H διαλειτουργικότητα αποτελεί θεμελιώδη αρχή στον σχεδιασμό σύγχρονων πληροφοριακών συστημάτων και κρίσιμο παράγοντα για την αποτελεσματική λειτουργία του Δημόσιου και του Ιδιωτικού Τομέα. Παρά τη σημαντική πρόοδο στην ψηφιοποίηση υπηρεσιών στην Ελλάδα, η ουσιαστική διαλειτουργικότητα παραμένει ζητούμενο.
Η σύγχρονη Πληροφορική δεν αφορά πλέον μεμονωμένα πληροφοριακά συστήματα, αλλά οικοσυστήματα εφαρμογών και δεδομένων. Η ικανότητα διαφορετικών συστημάτων να ανταλλάσσουν πληροφορίες με συνέπεια, ασφάλεια και κοινό νόημα αποτελεί βασική προϋπόθεση για την αποδοτική λειτουργία της ψηφιακής διοίκησης και της σύγχρονης οικονομίας.
Στην Ελλάδα, παρά την εκτεταμένη υιοθέτηση ψηφιακών υπηρεσιών, η διαλειτουργικότητα εξακολουθεί να εμφανίζεται αποσπασματική. Το φαινόμενο αυτό δεν οφείλεται σε τεχνολογική υστέρηση, αλλά σε βαθύτερα ζητήματα σχεδιασμού, οργάνωσης και διακυβέρνησης των πληροφοριακών συστημάτων.
Τα επίπεδα της διαλειτουργικότητας
Σύμφωνα με το European Interoperability Framework (EIF), η διαλειτουργικότητα διακρίνεται σε τέσσερα επίπεδα:
flowchart TD
L[Νομική Διαλειτουργικότητα]
O[Οργανωτική Διαλειτουργικότητα]
S[Σημασιολογική Διαλειτουργικότητα]
T[Τεχνική Διαλειτουργικότητα]
L --> O --> S --> T
Στην ελληνική πρακτική, η προσπάθεια περιορίζεται συχνά στο τεχνικό επίπεδο (APIs, web services), ενώ τα ανώτερα επίπεδα αντιμετωπίζονται δευτερευόντως, με αποτέλεσμα η διαλειτουργικότητα να περιορίζεται σε επιφανειακές διασυνδέσεις.
Το πρόβλημα της διαλειτουργικότητας δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Η ελληνική ιδιαιτερότητα έγκειται στη συστημική αδυναμία μετάβασης από το πλαίσιο στην υποχρεωτική εφαρμογή και από την τεχνική διασύνδεση στη σημασιολογική ενοποίηση.
Τεχνική πραγματικότητα των ελληνικών πληροφοριακών συστημάτων
O αρχιτεκτονικός κατακερματισμός κυριαρχεί. Στον ίδιο οργανισμό μπορεί να συνυπάρχουν: legacy μονολιθικά συστήματα, client–server εφαρμογές, μερικώς υλοποιημένες SOA και αποσπασματικά microservices.
Η απουσία enterprise architecture οδηγεί σε ασύμβατες τεχνολογικές επιλογές και δύσκολες διασυνδέσεις. Πολλά κρίσιμα συστήματα δεν διαθέτουν τεκμηριωμένα μοντέλα δεδομένων, δεν σχεδιάστηκαν με γνώμονα τη διαλειτουργικότητα και απαιτούν custom interfaces για κάθε νέα σύνδεση.
Συνέπεια όλων είναι το τεχνικό χρέος να αυξάνει το κόστος και να μειώνει την αξιοπιστία.
Στον δημόσιο λόγο, η διασύνδεση της ΑΑΔΕ με το TAXIS συχνά προβάλλεται ως επιτυχημένο παράδειγμα διαλειτουργικότητας. Στην πράξη, πρόκειται περισσότερο για εσωτερική ολοκλήρωση σφιχτά συζευγμένων συστημάτων, παρά για αρχιτεκτονικά ορθή διαλειτουργικότητα βασισμένη σε κοινά σημασιολογικά μοντέλα και επεκτάσιμες διεπαφές.»
Οργανωτική διάσταση: έργα αντί για οικοσυστήματα
Η ανάπτυξη πληροφοριακών συστημάτων στην Ελλάδα παραμένει κατά κύριο λόγο έργο-κεντρική, και χαρακτηρίζεται ως διεκπαεραιωτική “συμφωνα με τις προδιαγραφές και ας μην δουλέψει” αρκεί να το αναλάβει η Χ εταιρία. Επικεντρώνονται στην τήρηση της ημερομηνίας παράδοσης, εχοντας προβλέψει περιορισμένο ορίζοντα συντήρησης. Για την μελλοντική διασύνδεση, ούτε λόγος, στις καλύτερες των περιπτώσεων υπάρχει ελάχιστη πρόβλεψη.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα άλλων Ευρωπαικών χωρών
- Εσθονία (αρχή 2015):
Με το Kalja et al. (2015) περιγράφεται το X-Road ως το θεμελιώδες επίπεδο ανταλλαγής δεδομένων ανοιχτού κώδικα για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση της Εσθονίας, επιτρέποντας την ασφαλή, διαλειτουργική επικοινωνία μεταξύ ποικίλων συστημάτων πληροφοριών μέσω τυποποιημένων πρωτοκόλλων, ψηφιακών υπογραφών, κρυπτογράφησης και καταγραφής, διασφαλίζοντας την ακεραιότητα και την εμπιστευτικότητα των ηλεκτρονικών υπηρεσιών και αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά για την εθνική ψηφιακή υποδομή όπως η ηλεκτρονική υγεία και το σύστημα Σένγκεν. Τα κύρια χαρακτηριστικά:- κοινό πρωτόκολλο ανταλλαγής δεδομένων,
- αποκεντρωμένα δεδομένα,
- ισχυρή ψηφιακή ταυτότητα.
- Δανία (αρχή 2011)
Στη δανέζικη περίπτωση, η διαλειτουργικότητα δεν αντιμετωπίστηκε ως πρόβλημα διασύνδεσης συστημάτων, αλλά ως ζήτημα κοινής σημασιολογίας και διακυβέρνησης δεδομένων. Το Danish Agency for Digital Government λειτούργησε ως κεντρικός φορέας ορισμού canonical data models και εθνικών data catalogs, επιβάλλοντας ενιαία κατανόηση των δεδομένων σε όλο το δημόσιο οικοσύστημα. Αντί κάθε σύστημα να «μιλά» απευθείας με όλα τα άλλα: κάθε σύστημα χαρτογραφείται (maps) προς/από ένα κοινά αποδεκτό σημασιολογικό μοντέλο
Ευρωπαϊκή συγκριτική αποτίμηση
Η συγκριτική αποτίμηση βασίζεται σε τρία κριτήρια, όπως αυτά προκύπτουν από το European Interoperability Framework (EIF) και το NIFO Observatory:
- Κεντρική Διακυβέρνηση: ύπαρξη εθνικού φορέα ή πλαισίου με αρμοδιότητα διαλειτουργικότητας
- Κοινά Μοντέλα Δεδομένων: ύπαρξη εθνικών canonical / shared data models ή ισοδύναμων μηχανισμών
- Υποχρεωτική Υιοθέτηση: δεσμευτική εφαρμογή μέσω νόμου ή υποχρεωτικού αρχιτεκτονικού πλαισίου
| Χώρα | Κεντρική Διακυβέρνηση | Κοινά Μοντέλα Δεδομένων | Υποχρεωτική Υιοθέτηση |
|---|---|---|---|
| 🇦🇹 Αυστρία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇧🇪 Βέλγιο | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇧🇬 Βουλγαρία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇭🇷 Κροατία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇨🇾 Κύπρος | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇨🇿 Τσεχία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇩🇰 Δανία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇪🇪 Εσθονία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇫🇮 Φινλανδία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇫🇷 Γαλλία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇩🇪 Γερμανία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇬🇷 Ελλάδα | μερικώς | ✖ | ✖ |
| 🇭🇺 Ουγγαρία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇮🇪 Ιρλανδία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇮🇹 Ιταλία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇱🇻 Λετονία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇱🇹 Λιθουανία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇱🇺 Λουξεμβούργο | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇲🇹 Μάλτα | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇳🇱 Ολλανδία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇵🇱 Πολωνία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇵🇹 Πορτογαλία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇷🇴 Ρουμανία | ✔ | ✔ | μερικώς |
| 🇸🇰 Σλοβακία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇸🇮 Σλοβενία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇪🇸 Ισπανία | ✔ | ✔ | ✔ |
| 🇸🇪 Σουηδία | ✔ | μερικώς | ✔ |
| 🇹🇷 Τουρκία | ✔ | ✔ | ✔ |
Η Ελλάδα δεν αποτελεί τη μόνη χώρα με ελλείψεις. Ωστόσο, συγκαταλέγεται στις λίγες περιπτώσεις όπου συνυπάρχουν:
- μη πλήρως κεντρική διακυβέρνηση,
- απουσία εθνικών κοινών σημασιολογικών μοντέλων,
- μη υποχρεωτική εφαρμογή του πλαισίου.
Αυτός ο συνδυασμός εξηγεί γιατί η διαλειτουργικότητα παραμένει διαχρονικά περιορισμένη, παρά τη θεσμική ύπαρξη σχετικού πλαισίου.
Η διαλειτουργικότητα στα ελληνικά πληροφοριακά συστήματα δεν αποτυγχάνει λόγω έλλειψης τεχνολογίας ή δυνατοτήτων. Η μετάβαση από τη διασύνδεση συστημάτων στη διακυβέρνηση δεδομένων αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για τη βιώσιμη ψηφιακή εξέλιξη της χώρας.
